Η βάρκα της συνείδησης: γιατί η συνήθεια είναι ο τρόπος που κωπηλατείς

Σε ένα προηγούμενο άρθρο μίλησα για το ποδήλατο. Η βάρκα είναι η δική μου πρώτη εικόνα, αυτή που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, και λέει το ίδιο πράγμα με μία διαφορά που αξίζει να δούμε: στη θάλασσα τίποτα δεν μένει γραμμένο.

Ο φάρος και ο κυματισμός

Μια βάρκα έχει δύο κατευθύνσεις. Μπροστά είναι ο φάρος, ό,τι μας έλκει, το μέλλον, ο προορισμός. Πίσω είναι ο κυματισμός που αφήνει η καρίνα, ο αφρός που μας ακολουθεί και μας παρασύρει (και εδώ παίζω ξανά με τη λέξη «παρέλκει», όπως στο ποδήλατο: συμπαρασύρει). Αυτό είναι το παρελθόν, το βάρος που σέρνουμε πίσω μας.

Κανένα από τα δύο δεν κινεί τη βάρκα. Ο φάρος δεν τη σπρώχνει και ο κυματισμός δεν την κρατά. Η κίνηση έρχεται από ένα τρίτο πράγμα: το κουπί, δηλαδή το «τώρα».

Το κουπί είναι πάντα στο τώρα

Κάθε κίνηση του κουπιού είναι μια απόφαση στο παρόν. Δεν μπορείς να κωπηλατήσεις χθες ή αύριο. Στο βιβλίο, όταν ο Νίκος και η Ελένη βγαίνουν από τον Αυτόματο Πιλότο, αυτό που αλλάζει είναι μία μικρή «εκούσια κίνηση του κουπιού μέσα στο ρεύμα». Όχι μεγάλη στροφή, μια κίνηση.

Το τιμόνι και η ρότα

Το τιμόνι δεν δίνει δύναμη, δίνει κατεύθυνση. Στη θάλασσα όμως υπάρχει και κάτι που ο δρόμος δεν έχει: το ρεύμα και ο άνεμος σε σπρώχνουν συνεχώς στο πλάι. Η ρότα δεν κρατιέται μία φορά. Κρατιέται με μικρές διορθώσεις, κάθε στιγμή. Αυτό είναι που ο Πλάτων περιγράφει στην Πολιτεία (Ζ΄, 488a–489a) με τον κυβερνήτη, που κοιτά τον ουρανό και τους ανέμους ενώ οι ναύτες μαλώνουν για το τιμόνι. Και είναι αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει φρόνηση (Ηθικά Νικομάχεια Στ΄): να βλέπεις τι ζητά κάθε περίσταση.

Εδώ η βάρκα διαφέρει από το ποδήλατο

Το ποδήλατο αφήνει ίχνος στον δρόμο. Η βάρκα όχι. Ο κυματισμός σβήνει σε λίγα δευτερόλεπτα. Αν ο χαρακτήρας ήταν «αυτό που έμεινε πίσω μας», στη θάλασσα δεν θα υπήρχε.

Και όμως υπάρχει, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον. Ο χαρακτήρας δεν είναι ο κυματισμός. Είναι ο τρόπος που κρατάς το κουπί. Οι αρχαίοι Wayfinders της Πολυνησίας δεν είχαν χάρτες ούτε ίχνη να ακολουθήσουν. Είχαν μάθει, με χρόνια επανάληψης, να διαβάζουν το κύμα και να κρατούν τον προορισμό μέσα τους. Η γνώση ζούσε στο σώμα τους, όχι σε κάποιο γραμμένο μέρος.

Ο Αριστοτέλης και η έξις

Ο Αριστοτέλης έχει μια λέξη ακριβώς γι’ αυτό: έξις. Βγαίνει από το «ἔχω» και σημαίνει κάτι που έχεις γίνει, μια μόνιμη διάθεση που κρατάς. Στα Ηθικά Νικομάχεια (Β΄ 5–6) η αρετή ορίζεται ως έξις. Και στο Β΄ 1 λέει ότι αποκτιέται με επανάληψη: γινόμαστε κιθαριστές παίζοντας κιθάρα, και δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις.

Το ίδιο ισχύει για τον κωπηλάτη. Κανείς δεν μαθαίνει να κρατά το κουπί διαβάζοντας για κουπιά. Μετά από χιλιάδες κινήσεις, το χέρι ξέρει. Στο βιβλίο, ο Μάρκος φτάνει στο λιμάνι όχι επειδή υπολόγισε τα μίλια, αλλά επειδή άφησε τα χέρια του να κάνουν αυτό που ήδη ήξεραν. Αυτό είναι η έξις: η συνήθεια που έχει γίνει σώμα.

Τι σημαίνει για την καθημερινότητα

Αν ο χαρακτήρας είναι ο τρόπος που κωπηλατείς, τότε δεν χρειάζεται να σβήσεις το παρελθόν ούτε να φτάσεις στο φάρο για να είσαι «εν πλω». Χρειάζεσαι μία κίνηση στο τώρα, και μετά άλλη μία. Το «Πρωτόκολλο των 3 Δευτερολέπτων» είναι ακριβώς αυτό: μία συνειδητή ανάσα, μία μικρή διόρθωση της ρότας, και το χέρι μαθαίνει.

Τι δεν ισχυρίζομαι

Η βάρκα, όπως και το ποδήλατο, είναι εικόνα. Δεν λέω ότι ο Αριστοτέλης είχε στον νου του κάτι τέτοιο, ούτε ότι οι Wayfinders «αποδεικνύουν» κάτι για τη συνείδηση. Αυτό που κρατώ είναι η αναλογία: ότι αυτό που μένει δεν είναι το ίχνος, είναι η ικανότητα.

Μια μικρή δοκιμή

Σήμερα, στην επόμενη μικρή πράξη, πάρε μία συνειδητή ανάσα πριν ξεκινήσεις. Αν θέλεις να δεις πώς το κάνω βήμα βήμα, μπορείς να κατεβάσεις δωρεάν το «Πρωτόκολλο των 3 Δευτερολέπτων» εδώ στο site.

Πηγές

·       Πλάτων, Πολιτεία Ζ΄ 488a–489a (αλληγορία του πλοίου)

·       Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια Β΄ 1, Β΄ 5–6 (ἕξις, ἔθος) και Στ΄ (φρόνησις)

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή